Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

άνοιξη 2009

Είναι μια αδιάκοπη οπισθοδρόμηση.
Όπως όταν μασουλάς ένα γαριδάκι, διασχίζεις τη ζωή σου.

Απόσπασμα από μια μαύρη μεταλλική πόρτα εισόδου διακοσμημένη με θαμπό τζάμι.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

χειμώνας 2009

Μου σέρβιρε ένα πράσινο ζελέ σε σχήμα μπρικ, μικρές διάφανες γυαλιστερές πράσινες μπαλίτσες μόνο που αντί για τα αυγά ψαριού ήταν ένα ζελέ. Έπλεε σε γάλα καρύδας. Με κοίταξε με τα εξωτικά σχιστά μάτια, μου είπε κάτι ανάμεσα σε ελληνικά και αγγλικά και μετά περίμενε να φάω έστω μια κουταλιά. Έβαλα περισσότερο ζελέ στο κουταλάκι, προσπαθώντας να αποφύγω το γάλα καρύδας που σιχαίνομαι όπως άλλωστε γενικά το γάλα, πόσο μάλλον το γλυκερό ζουμί της καρύδας, και κατάπια. Δεν αισθάνθηκα άλλη γεύση στο στόμα μου πέρα από το γάλα. Το ζελέ ήταν σαν ένα τίποτα. Δέκα λεπτά πέρασαν και η ναυτία εμφανίστηκε ήρεμα σχεδόν χαλαρά, αν είναι δυνατόν, τόση εξικοίωση πια.

Απελπισία: η έλλειψη ελπίδας και προσδοκίας
Άπελπις: αυτός που δεν έχει ελπίδα
Αλεπού
Πλεύση
Πλέω
Πλοίο
Άλπεις
Εύελπις
Ελπίς

Λπ

- Έχει σώμα η γλώσσα έτσι δεν είναι; Θέλω να σε ρωτήσω πολλές φορές ακόμα, δεν είμαι τρελλή έτσι δεν είναι; Έχει σώμα, σαν να λέμε χέρια, πόδια, κάθε συλλαβή σε κάθε λέξη εμπεριέχει μια εμπειρία. Όπως οι άκρες από τα δάχτυλα, αποθηκεύουν αισθήσεις.
- Δεν είμαι σίγουρος, μου είπε μέσα από τον υπερφορτωμένο μακρόκοσμο του περιπτέρου του. Μου έδωσε τα ρέστα μου, τα πήρα από το γυάλινο διάφανο μεγάλο «πιάτο», πήρα και την καρτοκινητή μου σύνδεση με τον κόσμο (όλο τον κόσμο;), πήρα και τη σοκολάτα SERANO.


Είναι οκτώ μηνών έγκυος και όμως περιφέρει αλύγιστη τη μεγάλη στρογγυλή κοιλιά της δεξιά κι αριστερά στην κουζίνα ετοιμάζοντας τα πιάτα, τα πηρούνια, τα μαχαίρια και τις χαρτοπετσέτες τυπωμένες με μωβ ανθάκια. Ο πρωτότοκος γιος της είναι σχεδόν πέντε χρονών και την ακολουθεί συνέχεια μουρμουρίζοντας. Κλαψουρίζει κάτι που δεν καταλαβαίνω.
- Μα, τι σου λέει, την ρωτάω.
- Ψάχνει.
- Τι ψάχνεις να σε βοηθήσω εγώ, ρωτάω και απευθύνομαι σε εκείνον.
- Θέλω τη φαρέτρα μου.
Ωστόσο μου εξηγεί η μητέρα του ότι δεν θέλει απλώς τη φαρέτρα του, θέλει να την βρει εκεί που την έχει αφήσει, στο συγκεκριμένο σημείο από το οποίο την μετακινήσαμε για να μεταφέρουμε και να στρώσουμε το εορταστικό τραπέζι των γενεθλίων του πατέρα του, στο κέντρο του σαλονιού, μεσημέρι Κυριακής. Σκέφτομαι ότι δεν θυμάμαι να είδα μια φαρέτρα στο σαλόνι ή εν πάση περιπτώση αυτό που στο μυαλό μου έχει εντυπωθεί ως μια φαρέτρα. Ο πατέρας του ανοιγεί τη μπαλκονόπορτα της βεράντας κι έρχεται μέσα, μόλις έχει τελειώσει το τσιγάρο του.
- Πάμε να τη βρούμε, του λέει.
- Δεν θα τη βρούμε, του απαντάει. Η φαρέτρα μου έχει χαθεί για πάντα, θα χάσω όλα τα όπλα μου.
Σε δυο λεπτά έχουν γυρίσει από το παιδικό δωμάτιο ενώ ο μικρός σέρνει μια τεράστια μαύρη τσάντα, σαν σακούλα ακριβώς στο ύψος του. Έχει περάσει το μαύρο λουρί της σακούλας-φαρέτρας στην πλάτη του και ξέπνοος την απιθώνει στο κέντρο του σαλονιού.
- Αυτή είναι η φαρέτρα σου λοιπόν, του λέω.
- Βέβαια και είναι πολύ μεγάλη. Θα σου δείξω τι έχει μέσα.
Βγάζει και μου δείχνει πλαστικά σπαθιά και ασπίδες που έχουν όμως συγκεκριμένα ονόματα, τα ονόματα του φανταστικού ή παραμυθένιου ή σελιλόιντ ήρωα.
- Το σπαθί του Φρόντο που γίνεται μπλε όταν πλησιάζουν τα Ορκ, το σπαθί των Τζεντάι που γίνεται κόκκινο, το σπαθάκι του Πήτερ Παν, αυτό είναι του ιππότη, αλλά δεν μου είπε όνομα σε αυτό και φάνηκε προβληματισμένος για την ισχύ του όπλου του.
Απιθώνει τη «φαρέτρα» του στο κέντρο του σαλονιού κι από εκεί την παίρνει ξανά να την πάει ο ίδιος στο δωμάτιο του καθώς η μητέρα του μου εξηγεί ότι η μεγάλη μαύρη σακούλα είναι στην πραγματικότητα (πραγματικότητα;) σάκος για τα άπλυτα αγορασμένος από το ΙΚΕΑ με τη σύμφωνη πάντα γνώμη του μικρού ότι αποτελεί μια θαυμάσια φαρέτρα στην οποία θα αποθηκεύει όλα τα όπλα του έτσι ώστε αληθινά αυτή τη φορά να μην είναι υποχρεωμένη η μητέρα του να τα μαζεύει από διάφορα σημεία μέσα στο σπίτι. Ο μικρός έμοιαζε με χελώνα με μαύρο καβούκι καθώς ήδη εξαντλημένος από την προσπάθεια να την φέρει στο σαλόνι ώστε να την σηκώσει από το ακριβές σημείο από το οποίο την είχε αφήσει, πριν από τη δική μας ανάρμοστη μετακίνηση τελικά την επιστρέφει στο δωμάτιο του.
Γύρισα σπίτι αργά το απόγευμα σκασμένη από το φαγητό και την τούρτα, έχοντας να αντιμετωπίσω εκτός από τη δυσπεψία και τη μελαγχολία της Κυριακής. Έπιασα να διαβάζω το βιβλίο που είχα αφήσει. Ένας Κροάτης, πρώην στρατιώτης (σχεδόν φανταστικός) αφηγήται την αίσθηση που προκύπτει από το χώμα όταν σέρνεσαι πάνω του, τη σημασία της γήινης αναγλυφικότητας στη διάρκεια της μάχης.
Του απάντησε ο πολεμικός φωτορεπόρτερ επίσης ήρωας του βιβλίου ότι αυτό λέγεται «αμφιβολία του τοπίου».