Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

άνοιξη 2012



Παρωδία ή νευρικότητα
"Baby, you have to be brave now." - Laura Brown (Julianne Moore) in Miramax's The Hours
Κακοί άνθρωποι υπάρχουν, υποθέτω μόνο, στο βαθμό που ευδοκιμεί και ανθίζει η δειλία. Συμφωνούμε -πολλούς αιώνες άλλωστε- ότι η δειλία είναι ένα βασανιστικό συναίσθημα για τον άνθρωπο, ο οποίος οφείλει πάση θυσία να την ξεπεράσει. Ωστόσο στο άμεσο παρών, όλο και περισσότερο το ξεπέρασμα της δειλίας -ως ένα σχεδόν αποτρόπαιο χαρακτηριστικό- το συναντάμε στις σελίδες με αμφίβολα ψυχολογικά τεστ (τύπου life style) ή εξαντλείτε σε ιντερνετικές υπογραφές (όπου η χειρόγραφη υπογραφή έχει αντικατασταθεί από το προσωπικό mail). Επίσης υπάρχουν και πάμπολλα βιβλία, μια τεράστια βιβλιογραφία στην πραγματικότητα, με μελέτες ψυχικής ενδυνάμωσης και τίτλους όπως «πως να αποκτήσετε αυτοπεποίθηση σε 30min» ή «ξυπνώντας τον γίγαντα μέσα σου» ή «πως να δημιουργήσεις τη ζωή που θέλεις».
Το θάρρος, το αντίθετο της δειλίας είναι μια λέξη παράξενη, στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστον. Δεν τη χρησιμοποιούμε συχνά, μοιάζει λίγο παλιακή. Δεν λέμε δηλαδή «να είσαι θαρραλέος/α», προτιμούμε να λέμε κάτι όπως «να μην φοβάσαι». Σαν μια λέξη αντίκα. Στα δύο «ρ», πιθανότατα οφείλετε ο πλεονασμός της παρουσίας του. Είναι λες και ο κόσμος αποφάσισε ότι μια λέξη με τόσα υπερβολικά «ρ» κυρίως όμως και του αδύναμου, σχεδόν ψιθυριστού «θ» ακριβώς στην αρχή της λέξης να την καθιστούν άστοχη, ίσως και άχρηστη τελικά. Έτσι χρησιμοποιούμε άλλες λέξεις ή εκφράσεις όπως «αναλαμβάνω την ευθύνη», «συνέπεια», «αυτοπεποίθηση», «αποφασιστικός/η», «εμπιστοσύνη στον εαυτό», «προσωπικός αγώνας» και άλλες πολλές ακόμα.
Η δειλία είναι μειονέκτημα. Είμαστε όλοι πεπεισμένοι για αυτό. Άλλωστε το θάρρος έχει κυριολεκτικά αποθεωθεί στην ιστορία της γραφής. Αντίθετα η δειλία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του προδότη, του ανεύθυνου, του φυγόπονου, του αχρείου. Είναι ο άνθρωπος με τη λίγη ψυχή, ο λιγόψυχος.
Η έλλειψη θάρρους κρίνεται ως υπεύθυνη για όλα τα κακά πράγματα που μας συμβαίνουν ειδικά όταν αφορούν διαπιστώσεις για τις προβληματικές κοινωνικές αλλά και πολιτικές καταστάσεις, οι οποίες μας απασχολούν σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία δυο, τρία χρόνια. Ωστόσο στη σύγχρονη δυτική κοινωνία θαρραλέοι θεωρούνται επίσης όσοι κάνουν bungee jumping και πάμπολλες extreme παραλλαγές, ακόμα και οι ακροβάτες του τσίρκου χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Γενικά η τεχνητή πρόκληση όσο και η εθελοντική έκκριση αδρεναλίνης θεωρείται θάρρος.
Στις μέρες μας ίσως και το «βόλεμα» να ανήκει στα παράγωγα της δειλίας, χαρακτηριστικό βέβαια γνώρισμα που καταλογίζεται στην αστική τάξη. Το «βόλεμα» επίσης κρίνεται πλέον ως κοινωνική μάστιγα και οφείλουμε να απαλλαγούμε όσο το δυνατό γρηγορότερα. Το «βόλεμα», μεταφορικό παράγωγο της δειλίας, είναι το αντίθετο της ενεργής κοινωνικής συνείδησης. Άλλωστε ο αστός είναι μια λέξη με καμουφλαρισμένη μια προσβλητική χροιά, τουλάχιστον έτσι την αντιμετώπισαν οι τέχνες.
Εξαιτίας της δειλίας προκύπτει σύμπλεγμα κατωτερότητας, οι άλλοι άνθρωποι σε θεωρούν απλά κομπλεξικό, κακομοίρη, φοβιτσιάρη. Ο φοβιτσιάρης/α είναι παιδική βρισιά και στη λεκτική συναλλαγή των παιδιών μεγάλη –πολύ μεγάλη- προσβολή.
Ο φόβος είναι μια ενήλικη λέξη. Όλα τα γράμματα είναι στη σωστή τους θέση. Σπάνια μια λέξη είναι τόσο απόλυτα σωστή.


κείμενο για το έργο του Δημήτρη Σκαλκώτου, "Φωταγωγός", Siakos
-Hanappe gallery, 2012

Ψευδο-γραφή ή ερμηνευτικά περιεχόμενα αγχο-γραφής
α. Γράφω άσχημα. Κάθε φορά που επιχειρώ να πληκτρολογήσω μερικές σκέψεις (κι αυτή η αρχική απόπειρα αποσυντίθεται σε ελάχιστο χρόνο, περίπου σε δυο με τρία λεπτά) είμαι αναγκασμένη να καταφεύγω στην ανάγνωση ενός άλλου κειμένου που θα λειτουργήσει σαν επιφάνεια αντανάκλασης προκειμένου να γράψω «κάτι» σχετικά με ένα προσωπικό αρχικό ερέθισμα. Προφανώς, το τελικό κείμενο που προκύπτει μετά από τις ερεθιστικές αναγνώσεις και τα απελπισμένα πληκτρολογήματα δεν είναι δικό μου, εννοώ ολόδικο μου. Περιέχει ψήγματα από το κείμενο/επιφάνεια αντανάκλασης που μόλις ανέγνωσα, μερικές φορές και το ύφος ακόμα είναι σε τέτοιο βαθμό επηρεασμένο (εξαρτάται από το δυναμικό κ προσωπικό ύφος του συγγραφέα του κειμένου/επιφάνεια αντανάκλασης) που δεν το αναγνωρίζω διόλου ως δικό μου. Εννοώ, το δικό μου ύφος –το οποίο άλλωστε διατηρώ με αφελή ευλάβεια σε μόνιμη συνθήκη αμφισημίας- ή δικό μου κείμενο.
β. «Δεν θα έλεγα ούτε μια λέξη[1]
γ. Γράφω άσχημα. Εννοώ το γραφικό μου χαρακτήρα. Όχι ά-σχημα ακριβώς, μάλλον αχαρακτήριστα. Κάποιες φορές χρησιμοποιώ πλάγια καλλιτεχνικά γράμματα, άλλοτε κάθετα μικρά γράμματα, ενώ υπάρχουν μέρες που καταφεύγω σε κάθετα μεγάλα καλογραμμένα γράμματα που διαβάζονται εύκολα όπως σε ένα βιβλίο Α’ Δημοτικού. Αυτό εξαρτάται από το μέσο το οποίο χρησιμοποιώ, οπότε αν βρεθώ σε συνθήκη όπου μου προσφέρουν ένα στυλό ή μολύβι ή μαρκαδόρο αισθάνομαι αυτόματα έρμαιο του μέσου. Όταν πρόκειται δηλαδή για μαρκαδοράκι τα καταφέρνω καλύτερα, ενώ με ένα στυλό συνήθως το αποτέλεσμα είναι μέτριο προς κακό ειδικά αν έχει χοντρή μύτη, αλλά η χειρότερη περίπτωση είναι όταν υποχρεώνομαι (ελλείψει στυλό ή μαρκαδόρου) να χρησιμοποιήσω μολύβι, κυρίως μαλακό μολύβι. Ιδανική είναι η στιγμή που κάθομαι στο γραφείο μου και έχω τη δυνατότητα να διαλέξω ανάμεσα σε δέκα με δεκαπέντε διαφορετικά μαρκαδοράκια με διαφορετική μύτη μαύρα ή μπλε, ή να επιλέξω ένα στυλό με λεπτή μπίλια και γαλάζιο μελάνι. Συμβαίνει όμως, και τότε λυπάμαι πάρα πολύ, να μην επιλέξω το κατάλληλο μέσο γραφής.
δ. «...να μην προφέρω ούτε μια λέξη[2]
ε. Η υπαρξιακή μου κατάσταση γίνεται ανυπόφορα δυσάρεστη στην περίπτωση που πρέπει να προφέρω τις λέξεις. Ο δημόσιος λόγος είναι οριστικά αποκλεισμένος εδώ και πάρα πολλά χρόνια, θα ήθελα αυτό να είναι σαφές και δεν πρόκειται να γράψω κάτι περισσότερο για αυτό. Να αναφέρω μόνο την τελευταία φορά που υποχρεώθηκα σε δημόσια εκφορά λόγου, ήταν στην Γ’ Δημοτικού σε εθνική γιορτή όπου απήγγειλα ένα ποίημα. Δεν έγινε τίποτα, μια χαρά τα κατάφερα να σταθώ και να απαγγείλω τους στίχους με θαρραλέα φωνή στο μικρόφωνο μπροστά σε όλους τους γονείς (δεν ήταν άλλωστε τα λόγια του ποιήματος δικές μου σκέψεις τις οποίες θα έπρεπε να υποστηρίξω πειστικά σε ένα δημόσιο λόγο), αλλά ήταν η τελευταία φορά. Για κάποιο λόγο, όχι μόνο δεν έχω κανένα απολύτως χάρισμα σχετικά με τον προφορικό λόγο αλλά είμαι πεπεισμένη ότι αυτή η ουσιαστική αδυνατότητα είναι το αίτιο της παντελής έλλειψης θάρρους. Πάσχισα για αρκετά χρόνια, κυρίως με τη σύμπραξη της ψυχοθεραπείας να κατανοήσω και ίσως να θεραπεύσω αυτή την προφορική δυσλεξία αλλά όλες οι προσπάθειες αποδείχτηκαν μάταιες. Δοκίμασα κι άλλες μεθόδους βέβαια (θεατρικό εργαστήρι, βελονισμό, ομοιοπαθητική κα). Άστοχα όλα, μιας και η αρχική ανεπαίσθητη διολίσθηση του θάρρους του λόγου μετατράπηκε με το πέρασμα των χρόνων σε εκκωφαντική κατολίσθηση. Έχω καταλήξει πλέον ότι πρόκειται για κάτι νοητικά μοιραίο όπως ένας κακοσχεδιασμένος αστρολογικός χάρτης που αναγκαστικά προκύπτει από την ατυχία να γεννηθώ λάθος μέρα και ώρα.
στ. Βεβαίως τότε πανικοβάλλομαι. Οι λέξεις μεταμορφώνονται σε τρισδιάστατους γλωσσοδέτες. Ένα θάρρος θα ήταν ενδεδειγμένο.

[1] Ερνέστο Σάμπατο, Το Τούνελ, Αστάρτη 1981, σελ46
[2] ibid. σελ46