Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

άνοιξη 2013


κείμενο για το έργο του Δημήτρη Ιωάννου, CMYK Series Η Συλλογή, gallery Ιλεάνα Τούντα 

Δεσποινίς Ζ. είναι το ψευδώνυμο της Τέχνης
Η δεσποινίς Ζ. θα παντρευόταν τον πρίγκιπα Μ. Ωστόσο υπήρχε το πρόβλημα της ταπεινής καταγωγής της οπότε αποφασίστηκε από τους ειδικούς σχετικά με θέματα βασιλικού πρωτοκόλλου πως θα έπρεπε η δεσποινίς Ζ. να αντιμετωπίσει με επιτυχία μια δοκιμασία εντελώς τυπική βέβαια, αλλά αναγκαία, μια πρόταση που έγινε δεκτή με μεγάλη αμηχανία από τη δεσποινίδα Ζ. ενώ ακόμα και η Βασιλική Οικογένεια είχε ενδοιασμούς, κατανοούσαν όμως την απαραίτητη εφαρμογή μιας τέτοιας πρότασης και έλπιζαν ότι με το πέρασμα του χρόνου όλοι θα αποσιωπούσαν ή ακόμα καλύτερα θα ξεχνούσαν αυτή την ενοχλητική περιπέτεια.
Στην υψηλότερη κερκίδα μιας ξύλινης εξέδρας που κατασκευάστηκε και στήθηκε για αυτό ακριβώς το σκοπό, η δεσποινίς Ζ. θα έμενε γυμνή, εντελώς, για 24 ώρες μέρα και νύχτα, ενώ όποιος ήθελε θα  μπορούσε να την πάρει «μια αγκαλιά» -όπως ονομάστηκε τελικά η διαδικασία- εφόσον δεν θα τον/την ενοχλούσε το γεγονός ότι θα υπήρχε πλήρη τηλεοπτική κάλυψη, ενώ για αυτό το λόγο είχαν στηθεί τουλάχιστον δεκαπέντε κάμερες σε διάφορα σημεία καθώς και ειδικά φώτα, μεγάλοι προβολείς δηλαδή που φώτιζαν εντυπωσιακά όσο και εξονυχιστικά θα έλεγε κανείς την εξέδρα.
Αυτή η εξέδρα ήταν μάλλον μια παράξενη κατασκευή. Είχε δέκα κερκίδες, πολύ στενές όμως, σχεδόν δεν μπορούσες να κάτσεις, ενώ κάθε κερκίδα απείχε από την άλλη σχεδόν ένα μέτρο. Έτσι η τελευταία κερκίδα στην οποία έστεκε γυμνή η δεσποινίς Ζ. βρισκόταν τουλάχιστον 10 μέτρα από το έδαφος, ήταν απότομη και επικίνδυνη για την ακρίβεια. Η δεσποινίς Ζ. έπασχε σοβαρά από υψοφοβία έτρεμε από το φόβο της δηλαδή, τόσους πολλούς φόβους είναι η αλήθεια. Ίσως και να κρύωνε. Σκέφτηκε ότι ήταν πολύ αδύνατη και αύριο οι εφημερίδες θα έγραφαν ότι η μελλοντική πριγκίπισσα είναι ανορεξική, αλλά τώρα δεν προλάβαινε να το διορθώσει, τα σκέφτηκε όλα αυτά τη στιγμή που η Βασιλική Οικογένεια κάθισε χαμηλά στην πρώτη κερκίδα, ώστε όλα τα μέλη της να παρακολουθήσουν τη διαδικασία.
Ο πρώτος που ανέβηκε στην εξέδρα για να πάρει «μια αγκαλιά» τη δεσποινίδα Ζ. ήταν ο αρραβωνιαστικός της, ο ευγενικός πρίγκιπας Μ. που την κράτησε τρυφερά πολύ ώρα και της υποσχέθηκε ένα υπέροχο ταξίδι ξεκούρασης αμέσως μόλις τελείωνε αυτή η ενοχλητική αλλά απαραίτητη διαδικασία, την ευχαρίστησε επίσης που το έκανε αυτό για χάρη του, δεν ξέχασε όμως να της τονίσει τη σημασία που είχε για τους απλούς πολίτες μια τόσο γενναία εθελοντική πράξη αγάπης από τη μελλοντική τους πριγκίπισσα, μια πράξη με το συμβολικό τίτλο «μια αγκαλιά».
Στην αρχή δεν πήγαινε αρκετός κόσμος όπως έλπιζε η Βασιλική Οικογένεια. Είχε περάσει μια ώρα και είχαν πάει μόνο δέκα άνθρωποι, οι οποίοι είχαν διστακτικά αγγίξει το σώμα της δεσποινίδας Ζ. ενώ δεν την κοίταγαν ούτε στα μάτια, ψέλλιζαν «συγνώμη κυρία» και έφευγαν ντροπιασμένοι, τηρώντας όμως τη συμφωνία πως  όποιος τελείωνε την «μια αγκαλιά» με τη δεσποινίδα Ζ. άφηνε στην κερκίδα ένα άδειο τενεκεδάκι, ένα τενεκεδάκι από κάποια κονσέρβα ίσως. Η δεσποινίς Ζ. την περισσότερη ώρα έμενε μόνη της και γυμνή στην κερκίδα, ενώ η Βασιλική Οικογένεια που έλπιζε σε μια εντυπωσιακή δοκιμασία με ισχυρό το στοιχείο του ανθρώπινου μελοδράματος, παρακολουθούσε διακριτικά βέβαια όσο και αμήχανα τον διάσημο σκηνοθέτη που είχαν προσλάβει για να καλύψει τη συγκεκριμένη παραγωγή να βαριέται ακόμα κι αυτός.
Τότε προσφέρθηκε ο προσωπικός και καλύτερος φίλος του πρίγκιπα Μ. να ανέβει κι αυτός στην εξέδρα να πάρει τη δεσποινίδα Ζ. «μια αγκαλιά», ελπίζοντας ότι ως κόμης  μέλος κι αυτός της Βασιλικής Οικογένειας θα προσέθετε ένα στοιχείο κρυφού οικογενειακού δράματος, ενώ το ίδιο το γεγονός θα είχε ακριβώς τη σκανδαλοθηρική χροιά που τόσο είχε ανάγκη η συγκεκριμένη δοκιμασία για να ανέβει η θεαματικότητα προτού αναπόφευκτα κατρακυλήσει στο βάραθρο της μικροαστικής τηλεοπτικής αδιαφορίας.
Πράγματι ο κόμης Β. ανέβηκε όλες τις κερκίδες της εξέδρας έφτασε στη δεσποινίδα Ζ. αλλά δεν την πήρε «μια αγκαλιά» ακριβώς. Είχε μαζί του ένα είδος μηχανισμού με τέσσερις έλικες τους οποίους έθεσε σε κίνηση με χειροκίνητο μοχλό, έδεσε με έναν κόκκινο ιμάντα τη γυμνή δεσποινίδα Ζ. στο σώμα του, οι έλικες υψώθηκαν και σήκωσαν και τους δυο μαζί στον αέρα. Ο κόμης Β. οδηγούσε τους έλικες με ένα μικρό πηδάλιο, η δεσποινίς Ζ. ήταν εμφανώς τρομοκρατημένη μιας και φοβόταν τόσο πολύ το ύψος. Ο μηχανισμός έκανε μια απότομη βουτιά και χάθηκε σε μια αβυσσαλέα χαράδρα στα έγκατα της γης, την ώρα που ο σκηνοθέτης ούρλιαζε απελπισμένος γιατί χάθηκαν πλέον από όλες τις κάμερες που κατέγραφαν την παράξενη αυτή πτήση. Στα έγκατα της γης η ζέστη ήταν αφόρητη και το γυμνό σώμα της δεσποινίδας Ζ. σχεδόν κάηκε, αντίθετα ο κόμης Β. είχε εξοπλιστεί με μια ειδική φόρμα που τον προστάτευε από την αποπνικτική ζέστη και τις φλόγες, όσο και από το κρύο, γεγονός που αποδείχτηκε εξαιρετικά χρήσιμο γιατί ο μηχανισμός εκτινάχθηκε απότομα από τα έγκατα της γης στον ουρανό κι ακόμα πιο ψηλά στα όρια του διαστήματος. Οι κάμερες ίσα που πρόλαβαν να παρακολουθήσουν την ξέφρενη πτήση, και το τρομοκρατημένο πρόσωπο της δεσποινίδας Ζ. εμφανίστηκε πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες του πλανήτη. Το σώμα της πάγωσε. Ο κόμης Β. έλυσε το δικό του σώμα από το μηχανισμό με τους έλικες άνοιξε ένα αλεξίπτωτο και έπεσε με ασφάλεια στη γη την ώρα που ο κατεστραμμένος μηχανισμός με τους έλικες άρχιζε την ελεύθερη ιλιγγιώδη πτώση του. Η δεσποινίς Ζ. έκλαιγε απελπισμένη, προσπάθησε να πιάσει το πηδάλιο, ένιωσε ένα φριχτό τσούξιμο στις παλάμες της, χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ο κόμης Β. δεν ήταν τελικά ο καλύτερος φίλος του πρίγκιπα Μ. ότι προφανώς ήθελε να τη σκοτώσει, το πηδάλιο ήταν αλειμμένο με οξύ που της έκαψε τις παλάμες, δεν άντεχε να το κρατά άλλο, η απελπισία της όταν συνειδητοποίησε τον επικείμενο θάνατό της ήταν αβάσταχτη, έκλαιγε και ζητούσε τον πρίγκιπα Μ. Καθώς έπεφτε, κι ενώ όλοι στο έδαφος παρακολουθούσαν με την ανάσα κομμένη το δράμα, οι κάμερες κατέγραφαν τα πάντα, ο πρίγκιπας Μ. έτρεξε προς το σημείο που φαινόταν ότι θα τσακιστεί ο μηχανισμός, αλλά και το λιπόθυμο σώμα της δεσποινίδας Ζ. που έπεφτε με την πλάτη. Την τελευταία στιγμή ο μηχανισμός φάνηκε να σταθεροποιείται καθώς δύο από τους έλικες άρχισαν να λειτουργούν, ενώ όλοι διέκριναν έναν ελαστικό ιμάντα δεμένο στον αστράγαλο της δεσποινίδας Ζ. ο οποίος συγκράτησε την πτώση της, αν και η λιποθυμία την έριξε τελικά στο χώμα σαν κούκλα. Στην αγκαλιά του πρίγκιπα Μ. η δεσποινίς Ζ. συνήλθε, έκλαιγε έντρομη και φανερά καταπονημένη. Ο πρίγκιπας Μ. την κράτησε όσο του επέτρεψε το πρωτόκολλο και της είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε βέβαια ότι εκείνη έπρεπε να συνεχίσει, είχαν περάσει μόνο δυο από τις είκοσι-τέσσερις ώρες που θα διαρκούσε η δοκιμασία της, σημασία όμως είχε ότι ήταν καλά στην υγεία της, μόνο δύναμη και θάρρος χρειαζόταν και σύντομα όλα θα τελειώναν. Η δεσποινίς Ζ. κατάφερε να σηκωθεί και προχώρησε μόνη της προς την εξέδρα. Το σώμα της ήταν γεμάτο εκδορές και μελανιές. 
Αν και ο κόμης Β. αποδείχτηκε τελικά εχθρός του πρίγκιπα Μ. και οι εφημερίδες κατακλύστηκαν από άρθρα με το ψυχολογικό προφίλ της γαλαζοαίματης φιλία τους, η αποτρόπαια πράξη του έφερε ακριβώς τα αποτελέσματα που ποθούσε η Βασιλική Οικογένεια. Πλήθος κόσμου συνέρρευσε για να πάρει «μια αγκαλιά» τη δεσποινίδα Ζ. μόνο που ήταν πια φανερό ότι η ερμηνεία της αγκαλιάς είχε εμπλουτιστεί με κάθε λογής φαντασίωση, εκτοξεύοντας την τηλεθέαση σε εξωφρενικά ποσοστά. Εκατοντάδες άνθρωποι, άντρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών αλλά και μικρά παιδιά, σκαρφάλωσαν στην εξέδρα για να πάρουν «μια αγκαλιά» τη δεσποινίδα Ζ. με τρόπους που ξεπερνούν την πιο αχαλίνωτη φαντασία. Η δεσποινίς Ζ. πέθανε δύο ώρες περίπου πριν λήξει η δοκιμασία που της επέβαλε το βασιλικό πρωτόκολλο, ένας θάνατος που χαρακτηρίστηκε ως παράξενος αλλά και αναπόφευκτος -τουλάχιστον έτσι τον κατέγραψαν οι κάμερες- λίγο πριν το ξημέρωμα σε ένα δάσος γεμάτο λάσπη όπου την είχε σύρει κάποια κυρία Σ. εξαιρετικά εύπορη όπως αποδείχτηκε στις συνεντεύξεις που έδωσε εκ των υστέρων, είχε προλάβει άλλωστε να παραγγείλει και να κατασκευάσει ένα πανάκριβο αμαξάκι από μασίφ ξύλο βελανιδιάς, χωρίς τροχούς γιατί το έσερνε υποχρεωτικά η δεσποινίς Ζ. όσο η κυρία Σ. την κρατούσε αγκαλιά βέβαια, η ίδια ωστόσο ήταν ντυμένη με ειδικές γαλότσες για τη λάσπη αλλά και ζεστό παλτό που την προστάτευε από το υγρό κρύο του δάσους το ξημέρωμα. Η δεσποινίς Ζ. ξεψύχησε έξω από το πολυτελές σπίτι της κυρίας Σ. αγκαλιάζοντας η ίδια το φριχτά ταλαιπωρημένο και κακοποιημένο σώμα της, δίπλα στο κλειστό γκαράζ της εξοχικής βίλας στο σημείο που την υποχρέωσε η κυρία Σ. να «παρκάρει» το ξύλινο αμαξάκι, «μόνο για πέντε λεπτά» της είχε πει, μέχρι να (την) επιστρέψει στην εξέδρα, προκειμένου να παραμείνει τον ελάχιστο χρόνο που τη χώριζε πλέον από το να μεταμορφωθεί σε πριγκίπισσα.
Αμέσως μετά την κηδεία, που ήταν διακριτική και χωρίς τηλεοπτική κάλυψη, ο θλιμμένος πρίγκιπας διέταξε και έστησαν ένα σεμνό μνημείο με τα εκατοντάδες άδεια τενεκεδάκια που μαζεύτηκαν και συμβόλιζαν την επίσκεψη όσο και τη «μια αγκαλιά» των απλών πολιτών προς τη δεσποινίδα Ζ.



Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

άνοιξη 2012



Παρωδία ή νευρικότητα
"Baby, you have to be brave now." - Laura Brown (Julianne Moore) in Miramax's The Hours
Κακοί άνθρωποι υπάρχουν, υποθέτω μόνο, στο βαθμό που ευδοκιμεί και ανθίζει η δειλία. Συμφωνούμε -πολλούς αιώνες άλλωστε- ότι η δειλία είναι ένα βασανιστικό συναίσθημα για τον άνθρωπο, ο οποίος οφείλει πάση θυσία να την ξεπεράσει. Ωστόσο στο άμεσο παρών, όλο και περισσότερο το ξεπέρασμα της δειλίας -ως ένα σχεδόν αποτρόπαιο χαρακτηριστικό- το συναντάμε στις σελίδες με αμφίβολα ψυχολογικά τεστ (τύπου life style) ή εξαντλείτε σε ιντερνετικές υπογραφές (όπου η χειρόγραφη υπογραφή έχει αντικατασταθεί από το προσωπικό mail). Επίσης υπάρχουν και πάμπολλα βιβλία, μια τεράστια βιβλιογραφία στην πραγματικότητα, με μελέτες ψυχικής ενδυνάμωσης και τίτλους όπως «πως να αποκτήσετε αυτοπεποίθηση σε 30min» ή «ξυπνώντας τον γίγαντα μέσα σου» ή «πως να δημιουργήσεις τη ζωή που θέλεις».
Το θάρρος, το αντίθετο της δειλίας είναι μια λέξη παράξενη, στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστον. Δεν τη χρησιμοποιούμε συχνά, μοιάζει λίγο παλιακή. Δεν λέμε δηλαδή «να είσαι θαρραλέος/α», προτιμούμε να λέμε κάτι όπως «να μην φοβάσαι». Σαν μια λέξη αντίκα. Στα δύο «ρ», πιθανότατα οφείλετε ο πλεονασμός της παρουσίας του. Είναι λες και ο κόσμος αποφάσισε ότι μια λέξη με τόσα υπερβολικά «ρ» κυρίως όμως και του αδύναμου, σχεδόν ψιθυριστού «θ» ακριβώς στην αρχή της λέξης να την καθιστούν άστοχη, ίσως και άχρηστη τελικά. Έτσι χρησιμοποιούμε άλλες λέξεις ή εκφράσεις όπως «αναλαμβάνω την ευθύνη», «συνέπεια», «αυτοπεποίθηση», «αποφασιστικός/η», «εμπιστοσύνη στον εαυτό», «προσωπικός αγώνας» και άλλες πολλές ακόμα.
Η δειλία είναι μειονέκτημα. Είμαστε όλοι πεπεισμένοι για αυτό. Άλλωστε το θάρρος έχει κυριολεκτικά αποθεωθεί στην ιστορία της γραφής. Αντίθετα η δειλία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του προδότη, του ανεύθυνου, του φυγόπονου, του αχρείου. Είναι ο άνθρωπος με τη λίγη ψυχή, ο λιγόψυχος.
Η έλλειψη θάρρους κρίνεται ως υπεύθυνη για όλα τα κακά πράγματα που μας συμβαίνουν ειδικά όταν αφορούν διαπιστώσεις για τις προβληματικές κοινωνικές αλλά και πολιτικές καταστάσεις, οι οποίες μας απασχολούν σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία δυο, τρία χρόνια. Ωστόσο στη σύγχρονη δυτική κοινωνία θαρραλέοι θεωρούνται επίσης όσοι κάνουν bungee jumping και πάμπολλες extreme παραλλαγές, ακόμα και οι ακροβάτες του τσίρκου χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Γενικά η τεχνητή πρόκληση όσο και η εθελοντική έκκριση αδρεναλίνης θεωρείται θάρρος.
Στις μέρες μας ίσως και το «βόλεμα» να ανήκει στα παράγωγα της δειλίας, χαρακτηριστικό βέβαια γνώρισμα που καταλογίζεται στην αστική τάξη. Το «βόλεμα» επίσης κρίνεται πλέον ως κοινωνική μάστιγα και οφείλουμε να απαλλαγούμε όσο το δυνατό γρηγορότερα. Το «βόλεμα», μεταφορικό παράγωγο της δειλίας, είναι το αντίθετο της ενεργής κοινωνικής συνείδησης. Άλλωστε ο αστός είναι μια λέξη με καμουφλαρισμένη μια προσβλητική χροιά, τουλάχιστον έτσι την αντιμετώπισαν οι τέχνες.
Εξαιτίας της δειλίας προκύπτει σύμπλεγμα κατωτερότητας, οι άλλοι άνθρωποι σε θεωρούν απλά κομπλεξικό, κακομοίρη, φοβιτσιάρη. Ο φοβιτσιάρης/α είναι παιδική βρισιά και στη λεκτική συναλλαγή των παιδιών μεγάλη –πολύ μεγάλη- προσβολή.
Ο φόβος είναι μια ενήλικη λέξη. Όλα τα γράμματα είναι στη σωστή τους θέση. Σπάνια μια λέξη είναι τόσο απόλυτα σωστή.


κείμενο για το έργο του Δημήτρη Σκαλκώτου, "Φωταγωγός", Siakos
-Hanappe gallery, 2012

Ψευδο-γραφή ή ερμηνευτικά περιεχόμενα αγχο-γραφής
α. Γράφω άσχημα. Κάθε φορά που επιχειρώ να πληκτρολογήσω μερικές σκέψεις (κι αυτή η αρχική απόπειρα αποσυντίθεται σε ελάχιστο χρόνο, περίπου σε δυο με τρία λεπτά) είμαι αναγκασμένη να καταφεύγω στην ανάγνωση ενός άλλου κειμένου που θα λειτουργήσει σαν επιφάνεια αντανάκλασης προκειμένου να γράψω «κάτι» σχετικά με ένα προσωπικό αρχικό ερέθισμα. Προφανώς, το τελικό κείμενο που προκύπτει μετά από τις ερεθιστικές αναγνώσεις και τα απελπισμένα πληκτρολογήματα δεν είναι δικό μου, εννοώ ολόδικο μου. Περιέχει ψήγματα από το κείμενο/επιφάνεια αντανάκλασης που μόλις ανέγνωσα, μερικές φορές και το ύφος ακόμα είναι σε τέτοιο βαθμό επηρεασμένο (εξαρτάται από το δυναμικό κ προσωπικό ύφος του συγγραφέα του κειμένου/επιφάνεια αντανάκλασης) που δεν το αναγνωρίζω διόλου ως δικό μου. Εννοώ, το δικό μου ύφος –το οποίο άλλωστε διατηρώ με αφελή ευλάβεια σε μόνιμη συνθήκη αμφισημίας- ή δικό μου κείμενο.
β. «Δεν θα έλεγα ούτε μια λέξη[1]
γ. Γράφω άσχημα. Εννοώ το γραφικό μου χαρακτήρα. Όχι ά-σχημα ακριβώς, μάλλον αχαρακτήριστα. Κάποιες φορές χρησιμοποιώ πλάγια καλλιτεχνικά γράμματα, άλλοτε κάθετα μικρά γράμματα, ενώ υπάρχουν μέρες που καταφεύγω σε κάθετα μεγάλα καλογραμμένα γράμματα που διαβάζονται εύκολα όπως σε ένα βιβλίο Α’ Δημοτικού. Αυτό εξαρτάται από το μέσο το οποίο χρησιμοποιώ, οπότε αν βρεθώ σε συνθήκη όπου μου προσφέρουν ένα στυλό ή μολύβι ή μαρκαδόρο αισθάνομαι αυτόματα έρμαιο του μέσου. Όταν πρόκειται δηλαδή για μαρκαδοράκι τα καταφέρνω καλύτερα, ενώ με ένα στυλό συνήθως το αποτέλεσμα είναι μέτριο προς κακό ειδικά αν έχει χοντρή μύτη, αλλά η χειρότερη περίπτωση είναι όταν υποχρεώνομαι (ελλείψει στυλό ή μαρκαδόρου) να χρησιμοποιήσω μολύβι, κυρίως μαλακό μολύβι. Ιδανική είναι η στιγμή που κάθομαι στο γραφείο μου και έχω τη δυνατότητα να διαλέξω ανάμεσα σε δέκα με δεκαπέντε διαφορετικά μαρκαδοράκια με διαφορετική μύτη μαύρα ή μπλε, ή να επιλέξω ένα στυλό με λεπτή μπίλια και γαλάζιο μελάνι. Συμβαίνει όμως, και τότε λυπάμαι πάρα πολύ, να μην επιλέξω το κατάλληλο μέσο γραφής.
δ. «...να μην προφέρω ούτε μια λέξη[2]
ε. Η υπαρξιακή μου κατάσταση γίνεται ανυπόφορα δυσάρεστη στην περίπτωση που πρέπει να προφέρω τις λέξεις. Ο δημόσιος λόγος είναι οριστικά αποκλεισμένος εδώ και πάρα πολλά χρόνια, θα ήθελα αυτό να είναι σαφές και δεν πρόκειται να γράψω κάτι περισσότερο για αυτό. Να αναφέρω μόνο την τελευταία φορά που υποχρεώθηκα σε δημόσια εκφορά λόγου, ήταν στην Γ’ Δημοτικού σε εθνική γιορτή όπου απήγγειλα ένα ποίημα. Δεν έγινε τίποτα, μια χαρά τα κατάφερα να σταθώ και να απαγγείλω τους στίχους με θαρραλέα φωνή στο μικρόφωνο μπροστά σε όλους τους γονείς (δεν ήταν άλλωστε τα λόγια του ποιήματος δικές μου σκέψεις τις οποίες θα έπρεπε να υποστηρίξω πειστικά σε ένα δημόσιο λόγο), αλλά ήταν η τελευταία φορά. Για κάποιο λόγο, όχι μόνο δεν έχω κανένα απολύτως χάρισμα σχετικά με τον προφορικό λόγο αλλά είμαι πεπεισμένη ότι αυτή η ουσιαστική αδυνατότητα είναι το αίτιο της παντελής έλλειψης θάρρους. Πάσχισα για αρκετά χρόνια, κυρίως με τη σύμπραξη της ψυχοθεραπείας να κατανοήσω και ίσως να θεραπεύσω αυτή την προφορική δυσλεξία αλλά όλες οι προσπάθειες αποδείχτηκαν μάταιες. Δοκίμασα κι άλλες μεθόδους βέβαια (θεατρικό εργαστήρι, βελονισμό, ομοιοπαθητική κα). Άστοχα όλα, μιας και η αρχική ανεπαίσθητη διολίσθηση του θάρρους του λόγου μετατράπηκε με το πέρασμα των χρόνων σε εκκωφαντική κατολίσθηση. Έχω καταλήξει πλέον ότι πρόκειται για κάτι νοητικά μοιραίο όπως ένας κακοσχεδιασμένος αστρολογικός χάρτης που αναγκαστικά προκύπτει από την ατυχία να γεννηθώ λάθος μέρα και ώρα.
στ. Βεβαίως τότε πανικοβάλλομαι. Οι λέξεις μεταμορφώνονται σε τρισδιάστατους γλωσσοδέτες. Ένα θάρρος θα ήταν ενδεδειγμένο.

[1] Ερνέστο Σάμπατο, Το Τούνελ, Αστάρτη 1981, σελ46
[2] ibid. σελ46













Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

χειμώνας 2012



κείμενο για το έργο του Δημήτρη Φουτρή, «Στοιχειωμένοι είμαστε, θαύματα επιδιώκουμε (Πέρα από τον γκρεμό)»project space Anonymous Star, 2012

Η τελευταία φορά που αντιμετώπισα την πρόκληση να αγναντέψω ένα ιδανικό φυσικό τοπίο ήταν τον Οκτώβριο. Αλλά δεν το έκανα. Υπήρχε μια μεταλλική, στενή εξέδρα η οποία πρόβαλε πάνω από το κενό που σχημάτιζαν θεόρατοι βράχοι και τα κύματα της θάλασσας κι εγώ έπρεπε να περπατήσω μέχρι την άκρη σε αυτό το μπαλκόνι του ιλίγγου να στρίψω το κεφάλι μου προς τα αριστερά κι από εκεί να αντικρίσω το εντυπωσιακό ναυάγιο. Βέβαια φοβήθηκα. Παρακολουθούσα όλους τους άλλους ανθρώπους να περπατούν αμέριμνοι τα δυο, τρία βήματα στην εξέδρα, απολύτως φυσιολογικά, όπως διασχίζει κανείς τις πλάκες στο πεζοδρόμιο της Σταδίου. Κάτω από την εξέδρα το ιλιγγιώδες χάος του γκρεμού. Έτσι δεν είδα με τα μάτια μου το ναυάγιο, η μόνη ανάμνηση που διατήρησα προέρχεται από τις εικόνες των καρτ-ποστάλ με τις οποίες είναι γεμάτο το νησί. Δεν θα μπορούσα δηλαδή να πάρω τη θέση του άντρα που αγναντεύει το μεγαλείο της φύσης στο έργο του Caspar David Friedrich. Δεν θα μπορούσα γιατί, αντί να κοιτώ ευθεία και μπροστά το συγκλονιστικό θέαμα της ομίχλης θα κοιτούσα κάτω τα απότομα βράχια, το γκρεμό, αυτό το τοπίο δηλαδή –το «προς τα κάτω»- που ο νους θα το μετέφραζε άμεσα στην τρομακτική λέξη, τη λέξη που υπαινίσσεται την κόλαση. Θα σκεφτόμουν -πάντα κοιτώντας προς τα κάτω- την άβυσσο. Δεν ξέρω γιατί οι ψυχολόγοι έχουν αποδώσει σε αυτή τη φοβία ένα τόσο πεζό και περιγραφικό όνομα, «υψοφοβία» μιας και σε καμία περίπτωση δεν είναι το ύψος αυτό που προκαλεί –και αναδεικνύει- την ολοκληρωτική έλλειψη του θάρρους. Άλλωστε οι ψυχολόγοι είναι άνθρωποι που «θεραπεύουν» τη φαντασία και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να τους κατανοούμε. Η περίπτωση αυτή είναι μια φοβία γεωμετρικής θέασης. Καμιά φορά η άβυσσος είναι μέσα στο σώμα και αυτή η διαπίστωση είναι αμήχανη, ούτε καλή ούτε και κακή όμως. Ειδικά όταν αντιλαμβάνεσαι ότι την αντικρίζεις συχνά –συχνότατα- για πολλά χρόνια, τόσα πολλά που σχεδόν αποφεύγεις τη σκέψη. Είναι μια άνυδρη περιοχή οργωμένη από σπόρους που ευδοκιμούν μόνο στην έρημο, προσεκτικά τεμαχισμένη με αυστηρές κάθετες και οριζόντιες που σχηματίζουν εκτεταμένα –όσο και άπειρα- αγροτεμάχια με γκρι/καφέ άμμο. Ωστόσο τις νύχτες ο άνεμος μετακινεί τα σύνορα και έτσι κάθε πρωί ο σχεδιασμός επαναλαμβάνεται. Το έργο αυτό που μοιάζει σισύφειο –αλλά δεν είναι- το αναλαμβάνει βέβαια ένας εργολάβος. Ο καθένας γνωρίζει πολύ καλά τον εργολάβο του.

- - -

Η μέρα ξεκινά νωρίς με τις καλύτερες προθέσεις. Τα πρώτα πέντε λεπτά μετά το ξύπνημα σχηματίζονται σχέδια μικρά όσο και άκρως δημιουργικά, καμιά φορά καταλήγουν σε φιλόδοξα πλάνα διαχείρισης ολόκληρης της μέρας που προβλέπεται να είναι παραγωγική. Όταν τελειώνει αυτός ο προσεκτικός σχεδιασμός έχει περάσει μισή ώρα μόνο, είναι ακόμα νωρίς οπότε υπάρχει χρόνος για σύντομη -πάντα- περιήγηση στο ίντερνετ. Έτσι περνά άλλη μια ώρα περίπου, το πλάνο είναι ακόμα εντός του χρονικού σχεδιασμού αν και σε οριακό σημείο. Ωστόσο υπάρχει ακόμα χρόνος να προχωρήσει η ανάγνωση του βιβλίου που έμεινε σε κρίσιμο σημείο από χτες τη νύχτα. Άλλη μια ώρα τουλάχιστον θα έχει περάσει και βέβαια το πρόγραμμα της μέρας έχει μετατεθεί να ξεκινήσει με καθυστέρηση. Η ανάγνωση όμως φέρνει λίγο υπνηλία οπότε ένας απαραίτητος μισάωρος ύπνος πριν το τελικό εγερτήριο είναι οπωσδήποτε αναγκαίος. Άλλη μια ώρα έχει περάσει σε νάρκη από την οποία συνέρχομαι με ενόχληση. Όλοι οι ήχοι με ενοχλούν. Το πρωινό έχει περάσει και το μεσημέρι αρχίζει. Να! Τώρα το μεσημέρι αρχίζει αλλά αυτή εδώ η γραφή εξυπηρετεί το στόχο της. Όχι, η γραφή δεν είναι μια πράξη αναβολής ή έστω η πράξη ενός νωχελικού λογοτεχνικού ήρωα, τον οποίο νομίζω θα συμπονούσα. Είναι μια πράξη οκνηρίας με την έννοια της αμαρτίας. Της ενοχής εννοώ.