Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

χειμώνας 2011

«Οι άλλοι άνθρωποι έχουν δυνάμεις που σε μένα τουλάχιστον φαντάζουν αδύνατες, μάλλον αδιανόητες. Δεν έχω απολύτως κανένα τέτοια χάρισμα ή προτέρημα. Με προσπερνούν νομίζω τα συναισθήματά μου αλλά και η σχέση μου με τη ζωή είναι περαστική. Αν αύριο αρρώσταινα σοβαρά -καθόλου δεν το επιθυμώ- δεν θα έκανα απολύτως τίποτα. Διαβάζω για διάφορα, ή μάλλον όχι μόνο διαβάζω αλλά βλέπω, ακούω με διάφορους τρόπους τέλος πάντων, τις πραγματικά δυναμικές πράξεις των άλλων ανθρώπων, αυτές τις γενναίες πράξεις θάρρους και εκπλήσσομαι. Περισσότερο μελαγχολώ.»

«Το σπίτι εξωτερικά ήταν γκρι. Δεν ήταν βαμμένο γκρι, μάλλον ήταν έτσι σοβατισμένο. Έμοιαζε με νεοκλασικό σπίτι. Στο ισόγειο έμεναν κάποιο άλλοι. Εμείς ανοίγαμε μια δίφυλλη επίσης γκρι πόρτα και ανεβαίναμε την ξύλινη σκάλα. Ήταν κενή από κάτω και τα βήματα ακούγονταν κούφια. Στην κορυφή της σκάλας το μωσαϊκό δάπεδο έστριβε και συναντούσε τη μεγάλη δίφυλλη εσωτερική πόρτα του σπιτιού που ήταν πάντα ανοιχτή. Στα αριστερά ένας μικρός διάδρομος οδηγούσε στην κουζίνα. Ο νεροχύτης ήταν από μωσαϊκό μπορντό. Δεν είχε ντουλάπι από κάτω αλλά μια εμπριμέ κουρτίνα. Στο νεροχύτη σπαρταρούσαν οι φρέσκιες γόπες ενώ κάποιες από αυτές τις ανακαλύπταμε με την αδελφή μου κάτω στο πάτωμα, πίσω από την εμπριμέ κουρτινούλα. Το σπίτι είχε μια μικρή τετράγωνη αυλή, χωρίς πολλά φυτά, ουσιαστικά ήταν μόνο το χώμα και το τσιμεντένιο δάπεδο, περιφραγμένο από ένα χοντρό τοίχο λιγότερο από ένα μέτρο ύψος και ένα σχετικά περίτεχνο κιγκλίδωμα βαμμένο επίσης γκρι ανοιχτό. Μετά ήταν ένας ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Το καλοκαίρι στεκόμουν στην άκρη του δρόμου στο σημείο που το στενό πεζοδρόμιο σχημάτιζε ένα αυλάκι, έπαιρνα φόρα και πηδούσα στην άμμο. Η παραλία ήταν περίπου ένα μέτρο κάτω από το επίπεδο του δρόμου. Και μετά βέβαια ήταν η θάλασσα.»

Από το βιβλίο Τίποτα της Ελένης Κυραρίνη, εκδόσεις Ομπρέλα, Αθήνα 1978

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

φθινόπωρο 2010



Ρίγα
"Ξέρετε, θα ήθελα οπωσδήποτε να το γνωρίζετε, δεν είναι απαραίτητο, στη δική μου περίπτωση τουλάχιστον, να σκοτώσω ένα δράκο, συγκεκριμένα τον καφέ, κόκκινο, μοβ που παραμονεύει κάτω από το γείσο της σκεπής. Είμαι γυναίκα. Μπορώ να κάνω έρωτα μαζί του. He probably might want to hold me on the roof with him. Γνωρίζω την επικινδυνότητα ενός τέτοιου παράτολμου βέβαια, εγχειρήματος. Ωστόσο είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι ακόμα κι αν η ανάσα του ζεματίσει το λοβό του αφτιού μου, θα φροντίσει άμεσα για την αποκατάστασή του. Επανειλημμένα με έχει διαβεβαιώσει για τις θεραπευτικές του ικανότητες."


Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

καλοκαίρι 2010

Παραδέχτηκε ότι δεν διάβασε το βιβλίο, μόνο αποσπάσματα θυμόταν, μικρές προτάσεις:

"Λιλιπούτειες λέξεις.

Το θύμα μιας σύγχρονης λαογραφίας.

«Πως θα ήθελα να ζω τη ζωή μου» είναι ερώτηση/τίτλος σε άρθρο γυναικείου lifestyle περιοδικού. Εβδομαδιαίο.

Ο ήχος τους είναι σαν οικιακό ζώο. Ο ήχος από τα ποτιστήρια του γκαζόν στις 9.30 το βράδυ.

Μερικές φορές η γενική πτώση ενικού/πληθυντικού ακούγεται σαν λάθος.

Η αποφασιστική επιλογή είναι μια αποδοχή της ήττας.

Ένα δήθεν πείσμα, μια δήθεν επιμονή, μια δήθεν εσωτερική εκκίνηση και τέλος μια δήθεν ωριμότητα.

Η πραγματικότητα είναι η συνειδητοποίηση της θλίψης. Μιας θλίψης.

Η γραφή επιτρέπει μια ψηλάφηση."

Από το βιβλίο Τα Βασικά Βήματα, της Ελένης Κυραρίνη, εκδόσεις Σβούρα 2007

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

άνοιξη 2010



Έξω το χρώμα του αέρα, το χρώμα της μέρας είναι πορτοκαλί. Σαν να δύει ο ήλιος και τα σύννεφα είναι πορτοκαλί, επίσης δεν υπάρχουν καθόλου σκιές μόνο μια πλακέ συννεφιά στο χρώμα της επερχόμενης Αποκάλυψης. Και φυσάει. Σε όλο το σπίτι είναι απαραίτητο να ανάψω τα φώτα. Η γύρη στη βεράντα έχει δημιουργήσει ρυάκια κίτρινης πούδρας πάνω στο γκρι μάρμαρο. Ο οικιακός χάρτης.

Η καθησυχαστική ηρεμία των ηλεκτρικών συσκευών της κουζίνας. Οι γραμμές σχεδιασμού και εργονομίας επεκτείνονται στο δωμάτιο της κουζίνας συναντούν ειρηνικά η μια την άλλη ή κινούνται παράλληλα και όλα αυτά μέσα σε γαλακτερό λευκό με μικρά μαύρα σημαδάκια που σε προσκαλούν στη χρήση τους, σαν γραφή, σαν το σφηνοειδές αλφάβητο. Μια σφηνωμένη γραφή.

χειμώνας 2010

Διόρθωσα κι αυτό, αλλά πάλι δεν υπάρχει η αναγκαία πνευματική μετατόπιση. Τουλάχιστον πριν, το δέρμα μου ήταν μαλακό κι ελεύθερο, τώρα έχει σφιχτά περιοριστεί στη λευκή δαντέλα. Παρά την καλή μου πρόθεση λοιπόν, ακόμα εδώ είμαι.

Την ώρα που τα βλέφαρα κλείνουν κι άλλη μια μέρα θα περάσει ακατανόητα με αντικρίζει ένα –ανάμεσα στα δεκάδες- πλακάκι. Είναι τετράγωνο, περίπου 12εκ, αχνό λαδί πράσινο, διάσπαρτο με ακανόνιστες, διάφανες, πιτσιλωτές βούλες ένα τόνο πιο σκούρο. Ένα εξωτερικό τετράγωνο σχηματίζεται από μια καφέ γραμμή με εσωτερικές μικρές προεξοχές. Μοιάζει με την κάτοψη ηλεκτροφόρου συρματοπλέγματος.

φθινόπωρο 2009



Τα σύννεφα είναι ασπόνδυλα. Η θέασή τους επιδεινώνει την παράλυση.

Ένα γέρικο σκυλί, στον απέναντι κήπο, ξάπλωσε(α) σχεδόν λιγωμένο στο σημείο που το κράσπεδο λαμποκοπά από τον ήλιο.

καλοκαίρι 2009

Πρώτα διάβασα το Women Without Men. Εντυπωσιάστηκα από τη μουσουλμανική μεταφορική εικόνα του παρθενικού υμένα σαν το παραπέτασμα ή σαν την κουρτίνα ίσως ακόμα και σαν αυλαία. Το επόμενο απόγευμα στεκόμουν στο βιβλιοπωλείο, ψάχνοντας κάτι να βρω στον τομέα των Καλών Τεχνών, δεν βρήκα τίποτα και κοίταξα τα ράφια δίπλα, στην Αρχιτεκτονική. Όλα ήταν πολύ ακριβά. Πιο δίπλα είχε βιβλία για τη διακόσμηση κι έτσι χάζεψα λίγο τους κήπους, τα διαμερίσματα, τις κατοικίες και διάφορα άλλα. Τελικά, αγόρασα έκπληκτη με την αργοπορία μου,
-πως δεν το είχα διαπιστώσει πριν- ένα βιβλίο σχετικό με κουρτίνες.
Εκατοντάδες τρόποι να κρεμάμε τις κουρτίνε
ς.